Το υπερηχογράφημα Β επιπέδου αποτελεί μια λεπτομερή εξέταση κάθε οργάνου του εμβρύου. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην εξέταση του εγκεφάλου, του προσώπου, της καρδιάς, του στομάχου, του εντέρου, των νεφρών, της σπονδυλικής στήλης και των άκρων. Επίσης, προσδιορίζεται η θέση του πλακούντα, αξιολογείται η ποσότητα του αμνιακού υγρού και η ανάπτυξη του εμβρύου.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν ανιχνεύονται προβλήματα. Όμως 1% των εμβρύων εμφανίζει μια σοβαρή συγγενή ανωμαλία. Με το υπερηχογράφημα Β επιπέδου ανιχνεύται το 70% αυτών των ανωμαλιών. Δυστυχώς, κανένα υπερηχογράφημα, όσο αναλυτικό και πλήρες και αν είναι δεν μπορεί να αποκλείσει το σύνολο των ανωμαλιών, ούτε να εγγυηθεί τη γέννηση ενός φυσιολογικού παιδιού. Αν διαγνωσθεί κάποιο πρόβλημα, η σημασία του θα συζητηθεί εκτενώς και αν είναι απαραίτητo θα οργανωθεί περαιτέρω έλεγχος και συμβουλευτική από ιατρούς άλλων ειδικοτήτων (π.χ. παιδο-ουρολόγος, παιδο-καρδιολόγος) ή γενετιστής.

Κατά το υπερηχογράφημα Β επιπέδου μπορούμε επίσης να αξιολογήσουμε την πιθανότητα ανάπτυξης προ-εκλαμψίας, ανεπάρκειας πλακούντα, υπολειπόμενης εμβρυϊκής ανάπυξης και προωρότητας.

Προ-εκλαμψία και υπολειπόμενη εμβρυϊκή ανάπτυξη

Η κύρια αιτία εμφάνισης προ-εκλαμψίας και υπολειπόμενης εμβρυϊκής ανάπτυξης είναι η πτωχή ανάπτυξη του πλακούντα. Αυτό μπορεί να προβλεφθεί αξιολογώντας τη ροή στις μητριαίες αρτηρίες της μητέρας με τη δοκιμασία Doppler. Αν η αντίσταση της ροής του αίματος στις μητριαίες αρτηρίες είναι αυξημένη τότε 1 στις 4 γυναίκες θα αναπτύξουν προ-εκλαμψία ή/και το έμβρυο θα έχει υπολειπόμενη ανάπτυξη. Στις υπόλοιπες γυναίκες η εγκυμοσύνη θα εξελιχθεί φυσιολογικά.

Πρόωρος τοκετός

Περίπου 50% των περιπτώσεων πρόωρου τοκετού πριν τις 34 εβδομάδες κύησης συνδέονται με κοντό τράχηλο της μήτρας. Ο τράχηλος είναι το κατώτερο μέρος της μήτρας που διαστέλεται στον τοκετό. Η διακολπική εξέταση του τραχήλου της μήτρας κατά το υπερηχογράφημα του Β επιπέδου είναι σημαντικό εργαλείο για την ανίχνευση των γυναικών που είναι σε κίνδυνο για πρόωρο τοκετό.